ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ & «Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»
29 ΙΟΥΝΙΟΥ
ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
(Ματθ. ιστ΄ 13-19) (Β΄
Κορ. ια΄ 21-ιβ΄ 9)
Κατά πάντα και οι δύο «μιμηταί
Χριστού».
Αγαπητοί αδελφοί,
Σήμερα, η αγία μας Εκκλησία αγάλλεται και
πανηγυρίζει. Τιμά τη μνήμη δύο κορυφαίων αποστόλων, δύο στύλων της Ορθόδοξης
πίστης, δύο προσώπων που με τη ζωή, τον αγώνα και το μαρτύριό τους, σφράγισαν
την πορεία του Χριστιανισμού: τον απόστολο Πέτρο και τον απόστολο Παύλο. Ο
ιερός Χρυσόστομος τούς ονομάζει “στύλους της Εκκλησίας”. Και πράγματι, όλη η
χριστιανική πορεία θεμελιώνεται στο έργο, τη διδασκαλία και τη θυσία αυτών των
δύο κορυφαίων αποστόλων.
Μάρτυρες Χριστού με την άγια ζωή τους.
Μάρτυρες Χριστού με την ταπείνωσή τους. Δεν επιδίωξαν τιμές, δεν επιζήτησαν
πρωτεία, δεν απαίτησαν εξουσίες. «Απόστολος Χριστού», «δούλος Θεού», «δούλος
Ιησού Χριστού», ήταν οι τίτλοι που πρόβαλλε για τον εαυτό του ο απόστολος των
εθνών. «Δούλος και απόστολος Ιησού Χριστού», ήταν η τιμητική διάκριση που
αγαπούσε ο απόστολος Πέτρος. Διάκονοι και υπηρέτες του Κυρίου και των πιστών.
Μόνος τους πόθος, ταυτισμένος με την ύπαρξή τους, ο ευαγγελισμός, η προσέλκυση
διαρκώς και περισσότερων στο φως του Ευαγγελίου, η επέκταση της Εκκλησίας, η
εξάπλωση της σωστικής «καινής διδαχής». «Ουαί δε μοι εάν μη ευαγγελίζωμαι.
Ανάγκη γαρ μοι επίκειται» (Α’ Κορ. θ’
16). Μου είναι ανάγκη που δεν μπορώ να την αποφύγω, έλεγε για την κηρυκτική του
αποστολή ο απ. Παύλος. «Άσπιλοι και αμώμητοι» (Β΄ Πέτρ. γ’ 15) οι ίδιοι, καθώς
το ζητούσαν από τους άλλους, έγιναν τύποι των πιστών «εν λόγω, εν αναστροφή, εν
αγάπη, εν πνεύματι, εν πίστει, εν αγνεία» (Α΄ Τιμ. δ΄ 13). Κατά πάντα και οι
δύο «μιμηταί Χριστού».
Οι επιστολές τους, κείμενα θεόπνευστα, μέσα
από την Αγία Γραφή μάς απευθύνουν μια κλήση. Σαλπίζουν ένα εγερτήριο. Η
προσωπικότητά τους πρότυπα θαυμαστά. Από την εποχή τους μάς στέλνουν κάθε χρόνο
σαν σήμερα πιο έντονα το μήνυμα της καινούργιας ζωής. Αντανακλούν με την
αγιότητά τους τις ανταύγειες του ουρανού. Με τη ζωή τους εκπέμπουν τους παλμούς
της προσγειωμένης και καρποφόρας δημιουργικότητας. Ας στρέψουμε νεύμα νοσταλγικό προς τις δύο
αυτές μεγάλες μορφές. Η καρδιά μας ν’ αφεθεί ν’ ανάψει από την φλόγα που τους
διακατείχε. Φλόγα πίστεως και αγάπης. Αυτό είναι που χρειάζεται η εποχή μας. Να
βιώσει το πνεύμα που εξέπεμψαν ο ακάματος ευαγγελιστής των εθνών, των
ειδωλολατρών, και ο φλογερός ψαράς της Γαλιλαίας με την θεόπνευστη γραφίδα
τους.
Δύο πρόσωπα, κοινή αποστολή
Δύο διαφορετικές πορείες, ένας σκοπός. Ο
Πέτρος, ο απλός ψαράς από τη Γαλιλαία, και ο Παύλος, ο μορφωμένος Ιουδαίος από
την Ταρσό. Ο ένας αρνήθηκε τον Χριστό τρεις φορές, ο άλλος τον καταδίωκε. Και
όμως, και οι δύο έγιναν σκεύη εκλογής του Αγίου Πνεύματος, φωστήρες του κόσμου,
απόστολοι του Ευαγγελίου και της σωτηρίας.
Η πορεία τους φανερώνει ένα μεγάλο μυστήριο της πίστης μας: ότι ο Θεός δεν καλεί τους τέλειους, αλλά τελειοποιεί αυτούς που προσκαλεί στην αγάπη του. Η Εκκλησία δεν ζητά ομοιομορφία χαρακτήρων, αλλά ενότητα πνεύματος. Ο Θεός δεν εργάζεται μόνο με τους δυνατούς, αλλά αναδεικνύει τα σκεύη του μέσα από την αδυναμία του ανθρώπου. «Η δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται». Αυτό που ζητά είναι καρδιές ταπεινές, πρόθυμες να μετανοήσουν και να τον ακολουθήσουν μέχρι τέλους.
Υπόδειγμα μετάνοιας
Ο Πέτρος, με δάκρυα πικρά, αναιρεί την
τριπλή άρνηση με τριπλή ομολογία αγάπης: «Κύριε, σὺ οίδας ότι φιλώ σε». Και ο
Παύλος, τυφλωμένος από την υπερηφάνεια, φωτίζεται με ουράνιο φως στο δρόμο προς
τη Δαμασκό, και από διώκτης γίνεται απόστολος των εθνών, που θα κηρύξει τον
ευαγγελικό λόγο στα πέρατα της οικουμένης.
Πέτρος και Παύλος πορεύτηκαν διαφορετικούς
δρόμους, αλλά ενώθηκαν σ’ ένα σκοπό: να κηρύξουν τον Χριστό Εσταυρωμένο και
Αναστάντα. Και κατέληξαν στο ίδιο τέλος: το μαρτύριο στη Ρώμη. Ο ένας
σταυρώθηκε ανάποδα, ο άλλος αποκεφαλίστηκε. Και το αίμα τους έγινε ο σπόρος της
Εκκλησίας.
Η πίστη δεν είναι θεωρία, είναι σταυρός και
ανάσταση. Οι απόστολοι Πέτρος και Παύλος, μάς καλούν σήμερα να μη
συμβιβαζόμαστε με μία χλιαρή πίστη, με έναν Χριστιανισμό χωρίς κόπο και θυσία.
Μας καλούν να είμαστε ζωντανοί μάρτυρες μέσα στην κοινωνία, με λόγο, με έργο
και με αγάπη.
Αγαπητοί αδελφοί, ας παρακαλέσουμε, λοιπόν,
τους πρωτοκορυφαίους αποστόλους να πρεσβεύουν για μας, για την Εκκλησία, για
τον κόσμο ολόκληρο. Σε εποχές σύγχυσης και αποστασίας, η σταθερότητά τους στην
αλήθεια, το θάρρος τους μπροστά στο μαρτύριο και η αγάπη τους για τον Χριστό,
ας γίνουν φωτεινά παραδείγματα. Όπως ο Πέτρος ομολόγησε: «συ εί ο Χριστός, ο
Υιός του Θεού του ζώντος», κι όπως ο Παύλος διεκήρυξε: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε
εν εμοί Χριστός», έτσι κι εμείς ας τον ομολογούμε με όλη μας τη ζωή. Αυτή η
φλόγα πίστεως τους ώθησε σε αποστολή χωρίς όρια. Ο Πέτρος στους Ιουδαίους, ο
Παύλος στα Έθνη. Η Εκκλησία χτίστηκε πάνω σε αυτή τη δίδυμη αποστολή: την πίστη
και τη διδασκαλία τους. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει: «Εκείνοι οι δύο,
Πέτρος και Παύλος,, ως δύο οφθαλμοί του σώματος της Εκκλησίας, φωτίζουν και
οδηγούν προς την αλήθειαν».
Ας ζητήσουμε σήμερα με ταπείνωση την
πρεσβεία των δύο αυτών μεγάλων αποστόλων. Να δώσει ο Κύριος και σε εμάς πίστη
σαν του Πέτρου, φλόγα σαν του Παύλου, και καρδιά ικανή να τον αγαπήσει «όλη τη
καρδία και ψυχή». «Άγιοι απόστολοι Πέτρε και Παύλε, πρεσβεύσατε υπέρ ημών!»
Χριστάκης Ευσταθίου,
Θεολόγος
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
30
Ιουνίου
«Η
ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»
Στις 30 Ιουνίου η Αγία μας Εκκλησία
εορτάζει με ξεχωριστή λαμπρότητα τη Σύναξη των Δώδεκα Αποστόλων. Βεβαίως
υπάρχουν και οι προσωπικές μνήμες τους σε διάφορες ημερομηνίες του έτους, αλλά
με αυτόν τον συλλογικό εορτασμό τιμάται σύμπασα η χορεία των μεγάλων αυτών
ανδρών, οι οποίοι ως συνεχιστές του σωτηριώδους έργου του Κυρίου επί της γης,
έστρεψαν τον ρου της ιστορίας και άλλαξαν κυριολεκτικά την μορφή του κόσμου!
Εμείς ως συνειδητό εκκλησιαστικό σώμα γνωρίζουμε την ανεκτίμητη προσφορά τους
στην εδραίωση και επέκταση της Εκκλησίας στον κόσμο και γι' αυτό με την
ευκαιρία της σεπτής τους εορτής τους εναποθέτουμε τη βαθιά μας ευγνωμοσύνη και
τις ευχαριστίες μας.
Οι ιερές μορφές τους είναι ιστορημένες σε
περίοπτες θέσεις στους ναούς μας και η μνεία και αναφοράς τους στις ιερές
ακολουθίες είναι συχνές, διότι αυτοί αποτελούν τη σπουδαιότερη αγιολογική
χορεία της Εκκλησίας μας. Χάρη στο δικό τους τιτάνιο αγώνα, τις αφάνταστες
προσωπικές τους θυσίες, θεμελιώθηκε η Εκκλησία στον κόσμο, μέσα σε ένα
εξαιρετικά εχθρικό για την εν Χριστώ σωτηρία και αλήθεια περιβάλλον.
Επισφράγισμα του έργου τους υπήρξε ο εμποτισμός του με το αίμα τους. Στο σύνολό
τους έδωσαν και αυτή τη ζωή τους για τον ευαγγελισμό του κόσμου.
Είναι πάντως γεγονός πως πολλοί
χριστιανοί γνωρίζουν ελάχιστα για τα πρόσωπα και το έργο των αγίων Αποστόλων. Η
σύντομη αυτή εργασία έχει ως στόχο να κάμει γνωστές τις προσωπικότητες και το
έργο τους. Το έχουμε τονίσει πολλές φορές πως ο συνειδητός χριστιανός δεν είναι
παθητικός οπαδός και ουραγός κανενός αρχηγού, αλλά ενεργό κύτταρο του
εκκλησιαστικού σώματος με γνώση, γνώμη και δημιουργική πρωτοβουλία στη ζωή της
Εκκλησίας. Έτσι θέλει τον πιστό η αγιοπατερική και ελληνορθόδοξη παράδοσή μας.
Η λέξη απόστολος σημαίνει τον
απεσταλμένο. Εν προκειμένω Απόστολοι ονομάσθηκαν οι εκλεγμένοι και καλεσμένοι
από τον Κύριο μαθητές Του να συνεχίσουν το σωστικό Του έργο, μετά την εις τους
ουρανούς Ανάληψή Του. Επίσης, σύμφωνα με την χαρακτηριστική Του προτροπή έγιναν
οι μάρτυρες της Αναστάσεώς Του «έως εσχάτου της γης» ( Πράξ.1,8).
Η εκλογή και η κλήση των Αποστόλων, οι
οποίοι ως την Πεντηκοστή καλούνταν μαθητές, έγινε αμέσως με την αρχή της
δημόσιας δράσης του Κυρίου, στη Γαλιλαία. Ευθύς μετά τη Βάπτισή Του
κατευθύνθηκε στις όχθες της λίμνης Γενησαρέτ, όπου απευθύνθηκε στους εκεί
αλιείς, στους οποίους είπε: «δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων»
(Ματθ.4,20). Αυτοί «ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ» (Ματθ.4,21).
’λλοι «αφέντες τον πατέρα αυτών Ζεβεδαίον εν τω πλοίω μετά των μισθωτών απήλθον
οπίσω αυτού» (Μαρκ.1,20).
Οι μαθητές ορίσθηκαν από τον Κύριο σε
τρεις κύκλους ήτοι: τον στενό κύκλο των δώδεκα, τον ευρύτερο κύκλο των
εβδομήκοντα και τον ευρύτατο κύκλο των πολυπληθών φίλων Του. Μεγαλύτερη σημασία
είχε ο κύκλος των δώδεκα. Αυτοί βρισκόταν πλησίον Του και σ' αυτούς αποκάλυψε
τα μυστήρια του Θεού. Αυτοί έλαβαν την ειδική χάρη της ιεροσύνης να επιτελούν
τις αγιαστικές και λειτουργικές πράξεις της Εκκλησίας και να τη μεταδίδουν
στους διαδόχους τους. Αυτοί είχαν την τιμή να ορισθούν ως οι κατ' εξοχήν
συνεχιστές του έργου Του, διότι μόνο σε αυτούς είπε: «Εγώ εξελεξάμην υμάς, και
έθηκα υμάς ίνα υμείς υπάγετε και καρπόν φέρητε, και ο καρπός υμών μένη»
(Ιωάν.15,16). Μετά τη Ανάσταση τους κατέστησε επίσημα διαδόχους του έργου
Του: «καθώς απεσταλκέ με ο Πατήρ, καγώ
πέμπω υμάς. Και τούτο ειπών ενεφύσησε και λέγει αυτοίς΄ λάβετε Πνεύμα ’γιον΄ αν
τινών αφήτε τας αμαρτίας αφίενται αυτοίς, αν τινών κρατήτε , κεκράτηνται»
(Ιωάν.20,21). Επίσης στο όρος της Γαλιλαίας, όπου είχαν συναχθεί οι έντεκα
μαθητές, λίγο πριν την Ανάληψη τους είπε: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα
έθνη, βαπτίζοντας αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος,
διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ.28,19-20).
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν επέλεξε τους
Αποστόλους Του από την ελίτ της τότε αριστοκρατίας, ή από τις τάξεις των
πολιτικά ισχυρών, των οικονομικά δυνατών, ή τους κλειστούς κύκλους της
διανόησης, διότι η διαφθορά, η κατάπτωση και η έπαρση ήταν το κύριο
χαρακτηριστικό αυτών των ανθρώπων. Αντίθετα τους επέλεξε από τους άσημους,
αδύναμους και αγράμματους ανθρώπους, οι οποίοι βίωναν την δυστυχία και την
κακοδαιμονία της πτώσεως και της αμαρτίας καλλίτερα από τους πρώτους και
καλλιεργούσαν έντονα στην ψυχή τους την προσδοκία της από το Θεό απολυτρώσεως.
Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του αποστόλου Παύλου: «Επειδή γαρ εν τη σοφία του
Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν…
τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα
ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά και τα αγενή του
κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, και τα μη όντα, ίνα τα όντα
καταργήση, όπως μη καυχήσηται πάσα σάρξ ενώπιον του Θεού.» (Α΄Κορ.1,21-29). Η
άσημη προέλευση των Αποστόλων είναι από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια ως σήμερα
σημείο αναφοράς όλων των πολεμίων του Χριστιανισμού, ως δήθεν θρησκεία των
παρακατιανών ανθρώπων. Η σάπια ψευτοδιανόηση θα ήθελε έναν Χριστιανισμό
«φιλοσοφικό», ο οποίος θα έδινε έναυσμα για ανώφελες συζητήσεις στους κλειστούς κύκλους των «πνευματικών
ανθρώπων», αποκομμένο από τον αγιαστικό και σωστικό του ρόλο. Επειδή αυτός δεν
ταιριάζει στα δικά τους μέτρα, γι' αυτό απορρίπτεται από αυτούς και πολεμείται
λυσσαλέα σε όλες τις εποχές!
Το ’γιο Πνεύμα κατά την αγία ημέρα της
Πεντηκοστής (Πραξ.2ο κεφ.) μεταμόρφωσε τους άσημους, δειλούς και αγραμμάτους
ψαράδες σε σοφούς άνδρες, σε πανίσχυρες προσωπικότητες, σε ολόφωτες υπάρξεις,
οι οποίοι καταύγασαν την οικουμένη. Η συγκλονιστική εμπειρία της Αναστάσεως του
Κυρίου και η επέλευση της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος έδωσαν σε αυτούς
αφάνταστη ορμή. Διασκορπίστηκαν σε όλον τον κόσμο για να διαλαλήσουν το νέο,
ελπιδοφόρο και σωτήριο μήνυμα της εν Χριστώ απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους.
Οι πυρωμένες από θείο ζήλο καρδιές τους και το φλογερό τους κήρυγμα έκαναν τις
καρδιές των ανθρώπων να δονούνται από λαχτάρα για λύτρωση. Ο σπόρος του
Ευαγγελίου ρίχνονταν από αυτούς τους άοκνους και θείους εργάτες σε κάθε μέρος
της οικουμένης και αύξανε θεαματικά.
Τα σκοτάδια της πλάνης διαλύονταν με το
άκουσμα της ευαγγελικής αλήθειας. Οι δεισιδαίμονες τυραννικές αντιλήψεις
παραμερίζονταν μπροστά στην πνευματική ελευθερία του χριστιανικού μηνύματος. Οι
ασήμαντοι αυτοί αλιείς της Γαλιλαίας έστρεψαν την ιστορία του κόσμου στον δρόμο
της ανθρωπιάς, του πολιτισμού και της προόδου. Οι ταπεινοί και καταφρονημένοι
άνθρωποι της παλαιάς εποχής, οι οποίοι δεν είχαν μεγαλύτερη αξία από εκείνη των
ζώων και των πραγμάτων, αναδείχτηκαν, χάρις στο κήρυγμα εκείνων, για πρώτη φορά
ως ανθρώπινες αξίες και ακόμα περισσότερο, ως ζωντανές εικόνες του Θεού! Πολλοί
ισχυροί κατάλαβαν ότι η εγκόσμια ισχύς τους δεν είχε πραγματική αξία και γι'
αυτό την αποποιήθηκαν. Μια νέα πρωτόγνωρη παγκόσμια αδελφότητα γεννήθηκε στον
κόσμο, η Εκκλησία του Χριστού, ως μια νέα πραγματικότητα αγάπης και
συναδελφώσεως των ανθρώπων και των λαών μέσα στον απάνθρωπο κόσμο της αμαρτίας
και του κακού, ως μέσον σωτηρίας και απολυτρώσεως από την δουλεία της αμαρτίας
και της φθοράς.
Η ανθρωπότητα και ο σύγχρονος
πολιτισμός οφείλει μεγάλη ευγνωμοσύνη στους αγίους Αποστόλους. Ό,τι δεν
κατόρθωσε η διανόηση και η δύναμη του αρχαίου κόσμου, το κατόρθωσε η χορεία των
Μαθητών και Αποστόλων του Χριστού. Όμως ο κόσμος, δυστυχώς, όχι μόνο δεν
εκτίμησε την προσφορά τους, αλλά το αντίθετο, έκαμε ό,τι μπορούσε για να
ματαιώσει και να γκρεμίσει ό,τι εκείνοι έκτιζαν. Ο απόστολος Παύλος περιέγραψε
πολύ παραστατικά τις δυσκολίες της αποστολής τους ως εξής: «ημάς τους
αποστόλους εσχάτους απέδειξεν, ως επιθανατίους, ότι θέατρον εγεννήθημεν τω
κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις, ημείς μωροί δια Χριστόν, υμείς φρόνιμοι εν
Χριστώ, ημείς ασθενείς, υμείς δε ισχυροί ΄υμείς ένδοξοι, ημείς δε άτιμοι. ’χρι
της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και
αστατούμεν και κοπιώμεν εργαζόμενοι ταις ιδίαις χερσί΄ λοιδορούμενοι
ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν΄ ως περικαθάρματα
του κόσμου εγεννήθημεν, πάντων ερίψημα έως άρτι» (Α΄Κορ.4,9-13). Οι μύριες αυτές
δυσκολίες, οι κακουχίες, οι κόποι και προπαντός οι απάνθρωποι διωγμοί δεν τους
πτόησαν. Το έργο τους καρποφορούσε, διότι το αύξανε το ενοικούν στην Εκκλησία
’γιο Πνεύμα (Ιωάν.15,26).
Το έργο των αγίων Αποστόλων συνεχίστηκε
και συνεχίζεται δια των διαδόχων αυτών. Σε κάθε μέρος, όπου ίδρυαν τοπικές
εκκλησίες, χειροτονούσαν επισκόπους και πρεσβυτέρους για να συνεχίσουν το έργο
τους. Γράφει ο άγιος Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων, το κατ' εξοχήν βιβλίο της
ιεραποστολής της Εκκλησίας μας: «Χειροτονήσαντες δε αυτοίς πρεσβυτέρους κατ'
εκκλησίαν και προσευξάμενοι μετά νηστειών παρέθετο αυτούς τω Κυρίω, εις ον
πεπιστεύκασι» (Πράξ.14,23). Αυτή η αδιάκοπη διαδοχή συνεχίζεται ως σήμερα και
χαρακτηρίζεται ως αδιάκοπη διαδοχή προσώπων και πίστεως και γι' αυτό ονομάζεται
η Εκκλησία μας Αποστολική. Όλοι λοιπόν
όσοι εργάζονται στην Εκκλησία του Χριστού, κληρικοί και λαϊκοί συνεχίζουν κατ'
ουσίαν το έργο των αγίων Αποστόλων. Τόσο μεγάλο είναι το έργο που επιτελούν!
Όλοι εμείς οι πιστοί του Χριστού και
προσκυνητές της σεπτής εορτής των Αγίων Αποστόλων, των «Συνεργών του Χριστού»
(Β΄Κορ.6,1), έχουμε χρέος να αποδίδουμε σε αυτούς την αρμόζουσα τιμή, διότι η
αγία μας Εκκλησία είναι θεμελιωμένη πάνω σε αυτές τις μεγάλες προσωπικότητες.
Αυτό το βεβαιώνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο οποίος είδε στην Αποκάλυψη την
θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία του Χριστού, θεμελιωμένη επί «θεμελίους
δώδεκα και επ' αυτών δώδεκα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του Αρνίου»
(Αποκ.10,21).
ΛΑΜΠΡΟΣ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΣ
Θεολόγος – Καθηγητής