Συνολικά 228.000 νέοι μετανάστευσαν από την Ελλάδα μεταξύ του 2009 και του 2013, τάση η οποία συνεχίστηκε και το 2014, σύμφωνα με το εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων της Alpha Bank. Το φαινόμενο της εκροής του ανθρωπίνου κεφαλαίου έχει λάβει διαστάσεις στην Ελλάδα την περίοδο της οικονομικής κρίσης σύμφωνα με τους αναλυτές της τράπεζας, καθώς οι αρτιότερα εκπαιδευμένοι εργαζόμενοι αναζητούν σε άλλες χώρες καλύτερες συνθήκες διαβίωσης με υψηλότερες αμοιβές και προοπτική κοινωνικής και οικονομικής προόδου. Οι βασικοί λόγοι της εκροής του επιστημονικού και εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού από τη χώρα μας σχετίζονται με οικονομικούς αλλά και με άλλους μη-οικονομικούς παράγοντες. Οι οικονομικοί παράγοντες αφορούν στην αλματώδη αύξηση του ποσοστού ανεργίας, πρωτίστως της ανεργίας των νέων, σε συνδυασμό με ταυτόχρονη σημαντική πτώση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Η αδυναμία ευρέσεως εργασίας αλλά και η μείωση των αποδοχών οδηγούν τους επιστήμονες προς αναζήτηση εργασίας σε πιο ανεπτυγμένες από την Ελλάδα χώρες. Ποιες είναι, όμως, οι προϋποθέσεις που πυροδοτούν την εκροή του ανθρώπινου κεφαλαίου στην περίοδο της οικονομικής κρίσης; Πρώτον, το επίπεδο εκπαιδεύσεως των νέων είναι από τα υψηλότερα και πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Είναι ενδεικτικό ότι το ποσοστό των νέων ηλικίας 20-24 με δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση ανέρχεται σε 88%, ενώ στις χώρες της ευρωζώνης το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται σε 80%. Επιπλέον στην Ελλάδα, παρατηρείται ότι σε ορισμένες επαγγελματικές ειδικότητες, υπάρχει πληθώρα επιστημόνων που κατά την περίοδο προ της οικονομικής κρίσεως μπορούσε να απορροφηθεί, ενώ στην παρούσα συγκυρία πλεονάζουν. Ειδικότερα, το 2013 η Ελλάδα είχε τον υψηλότερο δείκτη ιατρών ανά 1.000 κατοίκους, ήτοι 6,3, καταλαμβάνοντας έτσι την πρώτη θέση ανάμεσα στις ανεπτυγμένες χώρες, ενώ ο μέσος όρος του δείκτη στον ΟΟΣΑ ανερχόταν μόλις σε 3,3.
ΠΗΓΗ: http://www.tanea.gr/
|
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ ΓΟΝΕΩΝ "Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ"
Λεωφόρος Σοφοκλῆ Βενιζέλου 130, Τ.Κ. 163 45 Ἡλιούπολη
Ἡ Γ. Ε. Χ. Α. εἶναι Πανελλήνιο Σωματεῑο μέ 60 τμήματα στίς περισσότερες πόλεις τῆς Ἑλλάδος καί στίς Συνοικίες τῆς περιοχῆς Ἀθηνῶν. Σκοπός της εἶναι ἡ τόνωσις τοῦ θρησκευτικοῦ φρονήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καί ἡ ἐνίσχυσις τοῦ θεσμοῦ τῆς Οἰκογενείας ὅπως αὐτός διαμορφώθηκε κάτω ἀπό τήν ἐπίδραση τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὡς φορέα καί θεματοφύλακα τῶν Χριστιανικῶν καί Ἐθνικῶν παραδόσεων.
Γραφεῖα κεντρικοῦ: ὁδός Μαυρομιχάλη 32 (106 80) Ἀθήνα.
Τηλ. & Fax: 210-3638793 E-mail: gexaathens@yahoo.gr

Ἡ Γ. Ε. Χ. Α. εἶναι Πανελλήνιο Σωματεῑο μέ 60 τμήματα στίς περισσότερες πόλεις τῆς Ἑλλάδος καί στίς Συνοικίες τῆς περιοχῆς Ἀθηνῶν. Σκοπός της εἶναι ἡ τόνωσις τοῦ θρησκευτικοῦ φρονήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καί ἡ ἐνίσχυσις τοῦ θεσμοῦ τῆς Οἰκογενείας ὅπως αὐτός διαμορφώθηκε κάτω ἀπό τήν ἐπίδραση τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὡς φορέα καί θεματοφύλακα τῶν Χριστιανικῶν καί Ἐθνικῶν παραδόσεων.
Γραφεῖα κεντρικοῦ: ὁδός Μαυρομιχάλη 32 (106 80) Ἀθήνα.
Τηλ. & Fax: 210-3638793 E-mail: gexaathens@yahoo.gr
Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015
228.000 νέοι μετανάστευσαν από την Ελλάδα μεταξύ του 2009 και του 2013
Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015
10 τρόποι για αρμονική συμβίωση με τους άλλους
Καλή και ευλογημένη ημέρα!!!!
10 τρόποι για αρμονική συμβίωση με τους άλλους
1. Πάρε την πρωτοβουλία να συζητάς μαζί τους. Ακόμη κι ένας θερμός χαιρετισμός είναι πολύ ενθαρρυντικός!
2. Να χαμογελάς όταν τους συναντάς. Υπόψη ότι το κατσούφιασμα χρειάζεται 72 μυς, ενώ το μειδίαμα μόνο 14!
3. Να τους αποκαλείς με το όνομά τους. Η γλυκύτερη λέξη για τον καθένα είναι το όνομά του!
4. Να φέρεσαι φιλικά και να είσαι πρόθυμος να βοηθήσεις. Αν θέλεις φίλους πρέπει να είσαι πρώτα φίλος!
5. Να δείχνεις εγκαρδιότητα. Να μιλάς και να ενεργείς για να δείχνεις στους άλλους την ειλικρίνειά σου!
6. Να ενδιαφέρεσαι πραγματικά γι' αυτούς!
7. Να τους λες πάντα ένα καλό λόγο!
8. Να δείχνεις πάντα κατανόηση. Εξάλλου υπάρχουν πάντα τρεις απόψεις σε κάθε θέμα. Η δικιά σου, η δικιά του και η σωστή!
9. Να τους αγαπάς πραγματικά. Με λόγια και με έργα!
10. Να φέρεσαι με ταπεινοφροσύνη! Έναν ταπεινό άνθρωπο όλοι τον αγαπάνε.
10 τρόποι για αρμονική συμβίωση με τους άλλους
1. Πάρε την πρωτοβουλία να συζητάς μαζί τους. Ακόμη κι ένας θερμός χαιρετισμός είναι πολύ ενθαρρυντικός!
2. Να χαμογελάς όταν τους συναντάς. Υπόψη ότι το κατσούφιασμα χρειάζεται 72 μυς, ενώ το μειδίαμα μόνο 14!
3. Να τους αποκαλείς με το όνομά τους. Η γλυκύτερη λέξη για τον καθένα είναι το όνομά του!
4. Να φέρεσαι φιλικά και να είσαι πρόθυμος να βοηθήσεις. Αν θέλεις φίλους πρέπει να είσαι πρώτα φίλος!
5. Να δείχνεις εγκαρδιότητα. Να μιλάς και να ενεργείς για να δείχνεις στους άλλους την ειλικρίνειά σου!
6. Να ενδιαφέρεσαι πραγματικά γι' αυτούς!
7. Να τους λες πάντα ένα καλό λόγο!
8. Να δείχνεις πάντα κατανόηση. Εξάλλου υπάρχουν πάντα τρεις απόψεις σε κάθε θέμα. Η δικιά σου, η δικιά του και η σωστή!
9. Να τους αγαπάς πραγματικά. Με λόγια και με έργα!
10. Να φέρεσαι με ταπεινοφροσύνη! Έναν ταπεινό άνθρωπο όλοι τον αγαπάνε.
Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015
Η Ελλάδα μπορεί να ζήσει χωρίς δανεικά. Δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ιδανικά
.....
Αν θέλουμε και σήμερα να αγωνιστούμε για να ξεφύγουμε από την απαισιοδοξία και να βρούμε ερείσματα για μια ανόρθωση του Έθνους, μετά από την κρίση,ας μελετήσουμε προσεκτικά τα διδάγματα της περιόδου 1893-1912.
Σήμερα η εθνική αναγέννηση δεν θα έχει πολεμική μορφή όπως τότε. Θα έχει ειρηνικό περιεχόμενο, πολιτιστικό, ηθικό και κοινωνικό. Αλλά θα βασίζεται και πάλι σε αξίες και ιδανικά. Η Ελλάδα μπορεί να ζήσει χωρίς δανεικά. Δεν μπορεί να ζει χωρίς ιδανικά.
Ας ξαναδώσουμε στα παιδιά μας την πίστη στον Θεό, την φιλοπατρία, την τεκμηριωμένη πεποίθηση για την διαχρονική πορεία του ελληνισμού και θα δούμε την νέα γενιά να δημιουργεί και να αναδημιουργεί μια καινούργια Ελλάδα. Μια Ελλάδα δημοκρατική, μαχητική, ταγμένη να πρωτοπορεί πολιτιστικά και οικονομικά. Είμαι αισιόδοξος γιατί είμαι Έλληνας.
απόσπασμα απ΄ την ομιλία του στρατηγού Κωνσταντίνου Ζιαζιά,
πρώην Α/ΓΕΣ με θέμα τους Βαλκανικούς Πολέμους.
όλη η ομιλία εδώ
|
Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015
Το ΟΧΙ του κλήρου (της Ορθόδοξης Εκκλησίας) κατά των επιδρομέων και κατακτητών (1940-1944)
Ἀναμφισβήτητα τό ἔπος τοῦ 1940 ἀνήκει σέ ὅλους τους Ἕλληνες. Ὅλος ὁ λαός μας τότε ἑνωμένος μέ μία ψυχή, χωρίς κανένα δισταγμό, ὄρθωσε τό ἀνάστημά του στόν ὁρμητικό χείμαρρο τοῦ φασισμοῦ καί τοῦ ναζισμοῦ. Ἔτσι, ἀπό αὐτήν τήν τιτάνια μάχη, πού ξεκίνησε τή Δευτέρα 28 Ὀκτωβρίου 1940,
δέν θά ἦταν δυνατό νά ἀπουσιάζει ἡ Ἐκκλησία μας, ὁ ρόλος τῆς ὁποίας σήμερα μονίμως ἀγνοεῖται ἤ συστηματικά ἀποσιωπᾶται. Καί, ὅπως πάντοτε, ἔτσι καί τό 1940 ἔσπευσε νά καταγράψει μέ πράξεις ἡρωισμοῦ καί ἀντίστασης τήν ἀπροσκύνητη θέλησή της καί νά φανεῖ ἄλλη μία φορά ὁ φύλακας ἄγγελος τοῦ πονεμένου λαοῦ καί ὁ θύλακας τῆς σωτηρίας του.
Μέ τήν κήρυξη τοῦ πολέμου ἡ ἱερά Σύνοδος ὑπό τήν προεδρία τοῦ Ἀθηνῶν Χρυσάνθου ἐξέδωσε διάγγελμα πρός τόν λαό: «Ἡ Ἐκκλησία εὐλογεῖ τά ὅπλα τά ἱερά (*) καί πέποιθεν ὅτι τά τέκνα τῆς Πατρίδος εὐπειθῆ εἰς τό κέλευσμα Αὐτῆς καί τοῦ Θεοῦ, θά σπεύσωσιν ἐν μιᾷ ψυχῇ καί καρδίᾳ νά ἀγωνισθῶσιν ὑπέρ βωμῶν καί ἑστιῶν καί τῆς ἐλευθερίας καί τιμῆς, καί... θά προτιμήσωσι τόν ὡραῖον θάνατον ἀπό τήν ἄσχημον ζωήν τῆς δουλείας... Ἐπιρρίψωμεν ἐπί Κύριον τήν μέριμναν ἡμῶν...».
(*«Ν»: Σχήμα λόγου, που παραπέμπει στον όρκο των αρχαίων Αθηναίων εφήβων «ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά...». Η Εκκλησία δεν ευλογεί τα όπλα, αλλά τους στρατιώτες ως ανθρώπους).
Τότε, χωρίς χρονοτριβή, ὀγδόντα τέσσερις κληρικοί ὅλων τῶν βαθμίδων ἐγκαταλείποντας τίς ἄλλες ἐπείγουσες ὑποχρεώσεις καί διακονίες τους σκαρφάλωσαν χωρίς ποτέ κάποιοι νά ἐπιστρέψουν στά βουνά τῆς Βορείου Ἠ πείρου, γιά νά ἐνισχύσουν τόν ἕλληνα στρατιώτη μέ τά πύρινα κηρύγματά τους, τήν ἐξομολόγηση, τή θεία Λειτουργία. Συμπορεύθηκαν μαζί του στή δόξα, μά καί στήν ὀδύνη καί στή θανή. Πόσες φορές δέν δρόσισαν τά φρυγμένα χείλη τῶν στρατιωτῶν, δέν σκούπισαν τά δάκρυα καί τόν ἱδρώτα τους, περιθάλποντας τούς ἥρωες, σάν νά 'ταν δικοί τους! Κι ἄλλοτε πάλι νεκροστόλισαν καί κήδευσαν τούς λιονταρόψυχους πού θυσιάστηκαν στό πεδίο τῆς μάχης.
![]()
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος (κατά κόσμον Χαρίλαος Φιλιππίδης, Γρατινή Ροδόπης, 1881 – Αθήνα, 28 Σεπτεμβρίου 1949) ήταν Έλληνας θεολόγος και ακαδημαϊκός (1940) και μία από τις μεγάλες μορφές της Ορθοδόξου Εκκλησίας των νεοτέρων χρόνων, Μητροπολίτης Τραπεζούντας (1913-1938) και Αρχιεπίσκοπος Αθηνών (1938-1940).
Κι ὅταν τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1941 οἱ Γερμανοί μπῆκαν νικητές στήν Ἑλλάδα, πάλι ἡ Ἐκκλησία ἐπωμίσθηκε τό μεγάλο βάρος γιά τή διάσωση τοῦ λαοῦ. Πρῶτος σήκωσε τή σημαία τῆς Ἀντίστασης ὁ «ὑπέρτατος πνευματικός ἡγέτης» ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρύσανθος. Ἀρνήθηκε νά συμμετάσχει στήν ἐπιτροπή παράδοσης τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν ἀρνήθηκε νά τελέσει Δοξολογία στόν μητροπολιτικό ναό τῶν Ἀθηνῶν ἀρνήθηκε νά ὁρκίσει τήν κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου, μέ τίμημα τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν θρόνο του.
Διάδοχός του ὁ «φιλόστοργος καί ἄκαμπτος πατριώτης» Δαμασκηνός ἀποδείχτηκε μεγάλη καί ἡγετική προσωπικότητα. Ἵδρυσε τόν Ἑλληνικό Ὀργανισμό Χριστιανικῆς Ἀλληλεγγύης (Ε.Ο.Χ.Α.) καί ἀπηύθυνε ἀγωνιώδεις ἐκκλήσεις στόν ἀνά τόν κόσμο Ἐρυθρό Σταυρό γιά ἀποστολή βοήθειας πρός τόν κακουχούμενο ἑλληνικό λαό.
Περιδιαβαίνοντας τά μονοπάτια τῆς ἱστορίας κλίνουμε εὐλαβικά τό γόνυ μπροστά στή μεγαλοσύνη τῶν Πατέρων μας: Ὁ θαρραλέος μητροπολίτης Ἰωαννίνων Σπυρίδων Βλάχος ἀπό τήν πρώτη στιγμή βρέθηκε στό Μέτωπο καί μπῆκε πρῶτος μαζί μέ τούς στρατιῶτες στό ἐλεύθερο Ἀργυροκάστρο. Ὁ μητροπολίτης Μυτιλήνης Ἰάκωβος ὁ Α', ὅταν οἱ Γερμανοί εἰσῆλθαν στήν πόλη τῆς Μυτιλήνης, ἐνώπιον τοῦ ἀνώτατου γερμανοῦ στρατιωτικοῦ διοικητῆ δήλωσε τεταγμένος ἀπό τόν Θεό νά προστατεύει τό ποίμνιό του.
Ὁ μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰωακείμ, μετά τούς βομβαρδισμούς πού ὑπέστη ὁ Βόλος μένει ἐκεῖ, συγκακουχούμενος μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ προσπαθώντας νά τόν ἐμπνεύσει.
Ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος στήν ἀπαίτηση τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητῆ νά τοῦ ὑποδείξει ὁμήρους προσῆλθε στή γερμανική Κομμαντατούρ μέ κάποιους ἱερεῖς καί δήλωσε: «Ἐμεῖς εἴμεθα οἱ ζητηθέντες ὅμηροι».
Παρόμοιο γεγονός συνέβη στη Ζάκυνθο: Μια-δυο μέρες πριν φτάσουν στη Ζάκυνθο, ο φρούραρχος Πάουλ Μπέρεντς κάλεσε στο γραφείο του τον μητροπολίτη Χρυσόστομο και τον δήμαρχο Λουκά Καρρέρ. «Έχετε 24 ώρες να μου παραδώσετε μια λίστα με τα ονόματα όλων των Εβραίων που ζουν εδώ και με τα περιουσιακά τους στοιχεία», τους προειδοποίησε. Εκείνοι, πράγματι, επέστρεψαν πριν λήξει η διορία με ένα φάκελο. Ο Μπέρεντς τον άνοιξε, αλλά στο χαρτί που περιείχε ήταν γραμμένα μόνο δύο ονόματα: τα δικά τους. «Αν πειράξετε αυτούς τους ανθρώπους, θα πάω μαζί τους και θα μοιραστώ τη μοίρα τους», του είπε στα Γερμανικά ο Χρυσόστομος, ο οποίος είχε σπουδάσει στο Μόναχο.
«Ν»: Το τελευταίο θυμίζει την αυτοπροσφορά του αγίου γέροντα Φιλόθεου Ζερβάκου να εκτελεστεί από τους Γερμανούς, με την οποία έσωσε από την εκτέλεση ομήρους που είχαν συλλάβει οι κατακτητές στην Πάρο.
Πόσα ἐπίσης χρωστᾶ τό Αἴγιο στόν ἀρχιμανδρίτη Κωνστάντιο Χρόνη (μετέπειτα Ἀλεξανδρουπόλεως), ὁ ὁποῖος τό ἔσωσε ἀπό ὁλοκληρωτική καταστροφή, ὅταν ὁ γερμανός στρατιωτικός διοικητής τό ἀπειλοῦσε μετά τίς σφαγές στά Καλάβρυτα.
Ὁ μετέπειτα μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγών Διονύσιος Χαραλάμπους, ἐνῶ βρισκόταν ἔγκλειστος στό στρατόπεδο συγκεντρώσεως τῶν Γερμανῶν «Π. Μελᾶ» στή Θεσσαλονίκη, τοῦ ἐξασφαλίσθηκε ἡ δυνατότητα νά ἐλευθερωθεῖ. Δέν τή δέχθηκε. Ἔμεινε μέ τούς συγκρατούμενούς του, γιά νά τούς ἐνισχύει. Ὁδηγήθηκε στό Ἄουσβιτς καί ἔφθασε «παραπλήσιον θανάτου».
Ὁ ἀρχιμανδρίτης Διονύσιος Παπανικολόπουλος, μετέπειτα μητροπολίτης Ἐδέσσης καί Πέλλης τή Μεγάλη Πέμπτη τοῦ 1941 μέ τά φλογερά του λόγια κατάφερε νά σώσει ἀπό τούς βομβαρδισμούς καί τόν ἐξευτελισμό τό ἱστορικό θωρηκτό «Ἀβέρωφ».
Ἀλλά καί «ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης», γράφει ὁ Στέφανος Μυλωνάκης «οὐδέποτε οὐδαμῶς ὑστέρησεν εἰς ἐκδηλώσεις πατριωτισμοῦ, θυσίας καί ὁλοκαυτωμάτων... Ἅπαντες... εὑρέθησαν ἀμέσως εἰς τάς ἐπάλξεις καί προμαχώνας τῆς προσφιλοῦς πατρίδος... Βλέπομεν καί πάλιν ἐπισκόπους τραυματιζομένους... φυλακιζομένους... τυφεκιζομένους πλήν οὐδέποτε ἐνδίδοντας ἤ ὑποχωροῦντας».
Στόν ἀγώνα ἀκόμη συμμετεῖχαν δυναμικά καί τά μοναστήρια μας, πού πάντοτε στάθηκαν οἱ κυματοθραῦστες τῶν βαρβαρικῶν ἐπιθέσεων. Κάποια καταστράφηκαν ἀπό τούς κατακτητές, ἄλλα λεηλατήθηκαν, πυρπολήθηκαν, ἀνατινάχθηκαν, πλήρωσαν βαρύ τόν φόρο τοῦ αἵματος. Ἰδιαιτέρως ἀναφέρουμε τά μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς Ὕδρας, τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων στή Σπάρτη, τῆς Δαμάστας στή Λαμία, τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καί τῆς Ἁγίας Λαύρας, τῆς Βελλᾶς στά Ἰωάννινα πού μετατράπηκε σέ Νοσοκομεῖο.
Ἀτελείωτο τό συναξάρι τῶν ἐθνομαρτύρων κληρικῶν μας, πού προμάχησαν γιά νά ἀναπνέουμε ἐμεῖς τόν ζείδωρο ἄνεμο τῆς ἐλευθερίας!
Γιά τίς τόσες ὅμως θυσίες καί τήν «κένωση» τήν ὁποία ὑπέστη ἡ Ἐκκλησία μας, χάριν τοῦ Γένους μας, δέχεται διαρκῶς ταπεινώσεις καί ἀμφισβητήσεις ἀπό ἐκείνους πού κατά λόγον δικαιοσύνης τῆς χρωστοῦν εὐγνωμοσύνη. Ἄς μᾶς συγχωρέσει ὁ Θεός γιά τήν ἀφροσύνη μας καί τά ὀλέθριά μας λάθη.
Προσθήκη «Ν»: Παρόμοια δράση ανέπτυξε ο μετέπειτα μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης, ως ιεροκήρυκας.
1935: Γίνεται μοναχός και παίρνει το όνομα Αυγουστίνος. Χειροτονείται διάκονος από τον μητροπολίτη Ακαρνανίας Ιερόθεο.
1941: Μετατίθεται στη μητρόπολι Ιωαννίνων και υπηρετεί ως ιεροκήρυξ.
1941 (Χριστούγεννα): Μπροστά στούς Ιταλούς κατακτητάς και χοροστατούντος του μητροπολίτου Ιωαννίνων Σπυρίδωνος Βλάχου, μετέπειτα αρχιεπισκόπου Αθηνών, κηρύττει από τον άμβωνα πατριωτικά.
Οι Ιταλοί, ενωχλημένοι, εκδίδουν ένταλμα συλλήψεώς του. Ο δεσπότης, για να τον προστατεύση, δεν του επιτρέπει να κηρύττη. Τότε ο ιεροκήρυκας, βλέποντας ότι η παραμονή του στα Ιωάννινα περιττεύει, αφήνει εκεί τη μητέρα του και εν καιρώ χειμώνος φεύγει. Οι Ιταλοί σε έφοδο, που κάνουν στο σπίτι του, δεν τον βρίσκουν και συλλαμβάνουν τη γερόντισσα μητέρα του.
1942: Έρχεται στη Μακεδονία. Στα Γιαννιτσά μαθαίνει, από Έλληνα αστυνομικό, για το ένταλμα συλλήψεώς του που έχουν εκδώσει οι Ιταλοί.
1942: Στα Γιαννιτσά ο μητροπολίτης Εδέσσης και Πέλλης Παντελεήμων τον χειροτονεί πρεσβύτερο.
1942: Μετατίθεται στη μητρόπολι Θεσσαλονίκης και από κεί παίρνει διαδοχικές αποσπάσεις στο Κιλκίς, στη Βέροια, στην Έδεσσα και στη Φλώρινα.
Στη Φλώρινα ελέγχει από του άμβωνος το μητροπολίτη του Βασίλειο, διότι έμενε στην Αθήνα και πήγαινε εκεί μόνο τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, ενώ η προπαγάνδα στην επισκοπή του ωργίαζε. Ο μητροπολίτης ενημερώνεται τηλεφωνικώς και του στέλνει την απόλυσί του τηλεγραφικώς.
Με την απομάκρυνσι όμως από τη Φλώρινα ο Θεός σώζει τον ιεροκήρυκα Αυγουστίνο από άλλο μεγαλύτερο κακό. Οι Γερμανοί κατακτηταί συλλαμβάνουν 10 πατριώτες και τους κρεμούν έξω από το χωριό Πρώτη – Φλωρίνης· θα ήταν μεταξύ των απαγχονισθέντων.
1943-1945: Μετατίθεται στην Κοζάνη. Ο επίσκοπος Κοζάνης Ιωακείμ Αποστολίδης έχει βγει στα βουνά. Τα χωριά καίγονται απο τους Γερμανούς και ο λαός καταφεύγει στην πόλι. Η πείνα και ο θάνατος παραμονεύουν. Ο ιεροκήρυκας Αυγουστίνος, τη δύσκολη εκείνη ώρα, εμφανίζεται ως άγγελος Θεού και σώζει την πόλι.
Κάνει συσσίτια, που φτάνουν μέχρι και 8.150 πιάτα την ημέρα. Είνε ένα θαύμα, που ο ίδιος το αποδίδει στον άγιο Νικόλαο, πολιούχο της Κοζάνης. Οι Γερμανοί πολλές φορές τον δικάζουν για να τον εκτελέσουν, ο Θεός όμως τον προστατεύει.
|
Θαυμαστές εμφανίσεις της Παναγίας στον πόλεμο
![]() Στο μέτωπο, σ' όλη τη γραμμή, από τη γαλανή θάλασσα του Ιονίου μέχρι ψηλά τις παγωμένες Πρέσπες, ο Ελληνικός στρατός άρχιζε να βλέπει παντού το ίδιο όραμα: Έβλεπε τις νύχτες μια γυναικεία μορφή να προβαδίζει ψηλόλιγνη, αλαφροπερπάτητη, με την καλύπτρα της αναριγμένη από το κεφάλι στους ώμους. Την αναγνώριζε, την ήξερε από παλιά, του την είχαν τραγουδήσει όταν ήταν μωρό κι ονειρευόταν στην κούνια. Ήταν η μάνα η μεγαλόψυχη στον πόνο και στην δόξα, η λαβωμένη της Τήνου, η υπέρμαχος Στρατηγός. ![]()
Γράμμα από τη Μόροβα
Ο Τάσος Ρηγόπουλος, στρατευμένος στην Αλβανία το 1940, έστειλε από το μέτωπο το παρακάτω γράμμα στον αδελφό του.
«Αδελφέ μου Νίκο.
Σου γράφω από μια αετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη από την κορυφή της Πάρνηθας. Η φύση τριγύρω είναι πάλλευκη. Σκοπός μου όμως δεν είναι να σου περιγράψω τα θέλγητρα μιας χιονισμένης Μόροβας με όλο το άγριο μεγαλείο της. Σκοπός μου είναι να σου μεταδώσω αυτό που έζησα, που το είδα με τα μάτια μου και που φοβάμαι μήπως, ακούγοντάς το από άλλους, δεν το πιστέψεις.
Λίγες στιγμές πριν ορμήσουμε για τα οχυρά της Μόροβας, σε απόσταση καμμιά δεκαριά μέτρων μια ψηλή μαυροφόρα να στέκει ακίνητη.
- Τις ει; Μιλιά...
Ο σκοπός θυμωμένος ξαναφώναξε:
- Τις ει;
Τότε, σαν να μας πέρασε όλους ηλεκτρικό ρεύμα, ψιθυρίσαμε: Η ΠΑΝΑΓΙΑ!
Εκείνη όρμησε εμπρός σαν να είχε φτερά αετού. Εμείς από πίσω της. Συνεχώς την αισθανόμασταν να μας μεταγγίζει αντρειοσύνη. Ολόκληρη εβδομάδα παλαίψαμε σκληρά, για να καταλάβουμε τα οχυρά Ιβάν-Μόροβας.
Υπογραμμίζω πως η επίθεσή μας πέτυχε τους Ιταλούς στην αλλαγή των μονάδων τους. Τα παλιά τμήματα είχαν τραβηχθεί πίσω και τα καινούργια... κοιμόνταν! Το τι έπαθαν δεν περιγράφεται. Εκείνη ορμούσε πάντα μπροστά. Κι όταν πια νικητές ροβολούσαμε προς την ανυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε η Υπέρμαχος έγινε ατμός, νέφος απαλό και χάθηκε».
![]()
Θαύμα στο Μπούμπεση
Ένα ζωντανό θαύμα της Παναγίας έζησαν στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο οι στρατιώτες του 51ου ανεξαρτήτου τάγματος, με διοικητή τον ταγματάρχη Πετράκη, στην κορυφογραμμή του Ροντένη, δεξιά της θρυλικής Κλεισούρας.
Κάθε βράδυ, από τις 22-1-41 και έπειτα, στις 9.20 ακριβώς, το Βαρύ Ιταλικό πυροβολικό άρχιζε βολή εναντίον του τάγματος Πετράκη και του δρόμου, άπ' όπου περνούσαν τα μεταγωγικά. Πέρασαν ημέρες και το κακό συνεχιζόταν, δημιουργώντας εκνευρισμό και απώλειες. Τολμηροί ανιχνευτές των εμπροσθοφυλακών και αεροπόροι εξαπολύθηκαν μέχρι βαθιά στις Ιταλικές γραμμές, αλλά επέστρεψαν άπρακτοι. Δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τα Ιταλικά πυροβόλα, ίσως γιατί οι Ιταλοί κάθε βράδυ τα μετακινούσαν.
Ήταν όμως απόλυτη ανάγκη να εντοπισθούν οι εχθρικές θέσεις. Ένα βράδυ του Φεβρουαρίου ακούστηκαν πάλι οι ομοβροντίες των Ιταλικών κανονιών.
— Παναγία μου, φώναξε τότε ο ταγματάρχης εντελώς αυθόρμητα, βοήθησε μας! Σώσε μας άπ' αυτούς τους δαίμονες.
Αμέσως στο βάθος πρόβαλε ένα φωτεινό σύννεφο.
Σιγά-σιγά σχημάτισε κάτι σαν φωτοστέφανο. Και κάτω άπ' αυτό μερικά ασημένια συννεφάκια σχημάτισαν τη μορφή της Παναγίας, η οποία άρχισε να γέρνει προς τη γη και στάθηκε σ' ένα φαράγγι, ανάμεσα σε δύο υψώματα του Μπούμπεση. Το όραμα το είδαν όλοι στο τάγμα και ρίγησαν.
— Θαύμα! βροντοφώναξε ο ταγματάρχης.
— Θαύμα! Θαύμα! επανέλαβαν ον στρατιώτες και σταυροκοπήθηκαν.
Αμέσως έφυγε ένας σύνδεσμος με σημείωμα του Πετράκη για την πυροβολαρχία τού Τζήμα. Σε δέκα λεπτά βρόντησαν τα ελληνικά κανόνια και σε είκοσι εσίγησαν τα ιταλικά. Οι οβίδες μας είχαν πετύχει απόλυτα τον στόχο.
![]()
Ο βλάσφημος ανθυπασπιστής
Ο Χρήστος Βέργος, επιστρατευμένος στον πόλεμο της Κορέας, διηγείται:
«Ήμουν ανθυπασπιστής στο τάγμα της Κορέας. Δεν πίστευα πουθενά, παρά μόνο στη δύναμη των βαρέων όπλων που κατεύθυνα. Επί πλέον ήμουν αδιόρθωτα βλάσφημος. Όλες οι βλασφημίες μου συγκεντρώνονταν στην Παναγία. Όσοι με άκουγαν ανατρίχιαζαν. Οι φαντάροι μου έκαναν τον σταυρό τους, για να μην τους βρει κακό. Oι ανώτεροί μου διαρκώς με παρατηρούσαν και με τιμωρούσαν. Ώσπου μια νύχτα έζησα ένα ολοφάνερο θαύμα.
Ξημέρωνε η 7η Απριλίου 1951. Με τη διμοιρία μου είχα καταλάβει μια πλαγιά σε ύψωμα κοντά στον 38ο παράλληλο. Μέχρι τα ξημερώματα έμεινα άγρυπνος στο όρυγμα μου μαζί με τον στρατιώτη Σταύρο Αδαμάκο. Όταν ρόδιζε η αυγή, οπότε δεν υπήρχε φόβος αιφνιδιασμού, αποκοιμήθηκα. Είδα τότε ένα όνειρο που με συνετάραξε:
Μία γυναίκα στα μαύρα ντυμένη, με αγνή ομορφιά και γλυκύτατη φωνή, με πλησιάζει και με ρωτά ακουμπώντας το χέρι στον ώμο μου:
- Θέλεις να βρίσκομαι κοντά σου Χρήστο; Ένοιωσα τότε μια βαθειά αγαλλίαση.
- Και ποια είσαι συ; τη ρώτησα.
Τότε εκείνη άλλαξε έκφραση και με παρατήρησε αυστηρά:
- Γιατί, Χρήστο, διαρκώς με βρίζεις;
- Πρώτη φορά σε βλέπω! διαμαρτυρήθηκα. Πως είναι δυνατό να βρίζω μια άγνωστή μου;
- Ναι, Χρήστο, επέμεινε εκείνη πιο αυστηρά. Με βρίζεις. Εγώ όμως είμαι πάντα κοντά σε σένα και σ' όλους τους στρατιώτες τού τάγματος. Γιατί δεν πηγαίνετε στο Πουσάν, ν' ανάψετε κεριά στ' αδέλφια σας που έχουν ταφεί εκεί;
Μ' αυτή τη φράση ξύπνησα τρομαγμένος. Ο Σταύρος δίπλα μου με κοίταζε σαστισμένος.
- Κύριε ανθυπασπιστά, κάτι έχεις, μου είπε. Βογγούσες και παραμιλούσες στον ύπνο σου.
Τού διηγήθηκα το όνειρο μου και καταλήξαμε πως ήταν αποτέλεσμα κοπώσεως και συζητήσεων γύρω από τους νεκρούς τού Πουσάν.
Ενώ όμως λέγαμε αυτά. ξαναβλέπω τη γυναίκα τού ονείρου μου μπροστά μου.
— Αδαμάκο! βάζω μια φωνή. Η γυναίκα... Αυτή... Να... τη βλέπεις;
Εκείνος προσπαθούσε να με καθησυχάσει, αλλά που εγώ! Η μαυροφορεμένη γυναίκα με την αγνή ομορφιά και τη γλυκύτατη φωνή στάθηκε κοντά μου και μου είπε:
- Μη φοβάσαι... Μη φοβάσαι, παιδί μου. Είμαι η Παναγία. Σας προστατεύω όλους παντού και πάντοτε. Αλλά θέλω από σένα να μη με βρίσεις ούτε στις δυσκολότερες στιγμές της ζωής σου.
Πέφτω αμέσως ταραγμένος να φιλήσω τα πόδια της. Εκείνη όμως είχε γίνει άφαντη. Έκλαψα τότε άπ' τα βάθη της καρδιάς μου ένα κλάμα ανακουφίσεως και χαράς, εγώ που δεν είχα κλάψει ποτέ στη ζωή μου».
![]()
Ο Ν. Ντραμουντανός διηγείταιμία θαυμαστή εμπειρία του από τον πόλεμο του '40:
«Ο λόχος μας πήρε διαταγή να καταλάβει ένα προχωρημένο ύψωμα για προγεφύρωμα. Στήσαμε ταμπούρι μέσα στα βράχια. Μόλις τακτοποιηθήκαμε, άρχισε να πέφτει πυκνό χιόνι. Έπεφτε αδιάκοπα δύο μερόνυχτα κι έφτασε σε πολλά μέρη τα δύο μέτρα. Αποκλειστήκαμε από την επιμελητεία. Καθένας είχε τροφές στο σακκίδιό του για μία ημέρα. Από την πείνα και το κρύο δεν λάβαμε πρόνοια «δια την αύριον» και τις καταβροχθίσαμε.
Από κεϊ και πέρα άρχισε το μαρτύριο. Τη δίψα μας τη σβήναμε με το χιόνι, αλλά η πείνα μας θέριζε. Περάσαμε έτσι πέντε μερόνυχτα. Σκελετωθήκαμε. Το ηθικό μας το διατηρούσαμε ακμαίο, αλλά η φύση έχει και τα όριά της. Μερικοί υπέκυψαν. Το ίδιο τέλος περιμέναμε όλοι «υπέρ πίστεως και πατρίδος».
Τότε μία έμπνευση τού λοχαγού μας έκανε το θαύμα! Έβγαλε άπ' τον κόρφο του μία χάρτινη εικόνα της Παναγίας, την έστησε στο ψήλωμα και μας κάλεσε γύρω του:
— Παλληκάρια μου! είπε. Στην κρίσιμη αυτή περίσταση ένα θαύμα μόνο μπορεί να μας σώσει. Γονατίστε, παρακαλέστε την Παναγία, τη μητέρα του Θεανθρώπου, να μας βοηθήσει!
Πέσαμε στα γόνατα, υψώσαμε τα χέρια, παρακαλέσαμε θερμά. Δεν προλάβαμε να σηκωθούμε κι ακούσαμε κουδούνια. Παραξενευτήκαμε και πιάσαμε τα όπλα. Πήραμε θέση «επί σκοπόν».
Δεν πέρασε ένα λεπτό και βλέπουμε ένα πελώριο μουλάρι να πλησιάζει κατάφορτο. Ανασκιρτήσαμε! Ζώο χωρίς οδηγό να περνά το βουνό, μ' ένα μέτρο χιόνι — το λιγώτερο — ήταν εντελώς αφύσικο. Καταλάβαμε: Το οδηγούσε η Κυρία Θεοτόκος. Την ευχαριστήσαμε όλοι μαζί ψάλλοντας σιγανά, μα ολόκαρδα, το «Τη υπερμάχω» και άλλους ύμνους της. Το ζώο είχε πάνω του μία ολόκληρη επιμελητεία από τρόφιμα: κουραμάνες, τυριά, κονσέρβες, κονιάκ και άλλα.
Πολλές κι απίστευτες κακουχίες πέρασα στον πόλεμο. Αλλ' αυτή μου μένει αξέχαστη, γιατί δεν είχε διέξοδο. Την έδωσε όμως η Παναγία».
Πηγή: (ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: "ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ"-ΕΚΔΟΣΗ 33Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ-ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2011), Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
|
Στρατηγός Κατσιμήτρος: «Δεν θα περάσουν οι Ιταλοί από το Καλπάκι» [27 Οκτωβρίου 1940]
![]() Προσεγγίζει ήδη η κρίσιμος ημέρα, διότι ώραι πλέον μας χωρίουν από την σύρραξιν.
Τα πάντα μαρτυρούν ότι ευρισκόμεθα ευγγύτατα προς τας παραμονάς σοβαρότατων γεγονότων. Ο Διοικητής της Μεραρχίας συνεργάζεται μετά του Επιτελάρχου του Αντισ. ΔΡΙΒΑ ΧΑΡ. εις το γραφείον του, παρόντος του Διευθυντού του III επιτελικού Γραφείου ταγ/χου ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ Π. και λαμβάνουσι γνώσιν των τελευταίων πληροφοριών των Μονάδων προκαλύψεως περί των κινήσεων των Ιταλών.
Μετ' ολίγην ώραν κατέφθασεν και ο Αρχηγός πυροβολικού Συν/χης ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ Π. επιστρέψας εκ της μεθορίου όστις, επεβεβαίωσε τας πληροφορίας ταύτας, προσθέσας και εκ της προσωπικής αυτού παρατηρήσεως τα εξής:
Τα επί της μεθορίου κατά μήκος των πυραμίδων εγκατεστημένα Ιταλικά τμήματα (Διμοιρίαι και λόχοι) έλαβον διατάξεις μάχης, εγκαταστήσαντα επί επικαίρων θέσεων, τα πολυβόλα, οπλοπολυβόλα και τους όλμους αυτών έτοιμα δια βολήν.
Το πεδινόν και ορειβατικόν πυροβολικόν, είχε ταχθή εγγύς της μεθορίου και εξετέλει εικονικήν βολήν, προς εξάσκησιν των ανδρών του, είχον δε εγκαταστήση τα παρατηρητήρια των πυρ/χιών των με διόπτρας, χάρτας και σχεδιαγράμματα επ' αυτής ταύτης της οροθετικής γραμμής, οπόθεν οι Διοικηταί των πυρ/χιών ερρύθμιζον την βολήν, ακουομένων ευκρινώς των σχετικών παραγγελμάτων.
Το βαρύ πυροβολικόν είχε ταχθή όπισθεν και βαθύτερον από της μεθορίου, αλλά τα παρατηρητήρια και αυτού ευρίσκοντο επί χαρακτηριστικών δεσποζόντων υψωμάτων της μεθορίου.
Τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως παρηκολούθουν αγρύπνως απάσας τας ανωτέρω κινήσεις και ενεργείας των Ιταλών με απόλυτον ψυχραιμίαν και ηρεμίαν και ανέμενον την εκδήλωσιν της επιθέσεως, έτοιμα να εκτελέσωσι το ύψιστον προς την Πατρίδα καθήκον των.
Κατόπιν των ανωτέρω πληροφοριών και των προσωπικών παρατηρήσεων του αρχηγού του πυροβολικού, άπαντες οι ανωτέρω ήτοι ο Διοικητής της Μεραρχίας, ο επιτελάρχης, ο αρχηγός πυρ/κού και ο Διευθυντής του III Γραφείου, ομοφώνως κατέληξαν εις το συμπέρασμα, ότι την επομένην θα είχομεν σοβαρά γεγονότα, ήτοι την εκδήλωσιν της Ιταλικής επιθέσεως, μη αποκλειομένης και της πραγματοποιήσεως αυτής κατά την διάρκειαν της νυκτός 27-28 Οκτωβρίου, ίνα μας αιφνιδιάσωσιν και μας προκαταλάβωσιν ανετοίμους.
Τας ανωτέρω σοβαράς πληροφορίας ανέφερεν από τηλεφώνου προσωπικώς ο Διοικητής της Μεραρχίας προς το Γενικόν Επιτελείον Στρατού εις το τηλέφωνον του οποίου ήτο ο Αντ/ρχης Κορώζης, προς όν προσέθεσεν εν τέλει και τα εξής επί λέξει:
«Αναφέρατε παρακαλώ κ. Κορώζη εις τον κ. Αρχηγόν του Γεν. Επιτελειου, ότι η προσωπική μου γνώμη είναι ότι αύριον την πρωΐαν ίσως δε και κατά την διάρκειαν της νυκτός 27 με 28 Οκτωβρίου θα έχωμεν Ιταλικήν επίθεσην.
Η Μεραρχία θα εκτελέση το καθήκον της προς την Πατρίδα συμφώνως προς διαταγάς και οδηγίας του Γεν. Επιτελείου.
Δύναμαι να βεβαιώσω υπευθύνως τον κ. Αρχηγόν του Γεν. Επιτελείου και τονίζω τούτο ιδιαιτέρως ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί από το Καλπάκι. Χωρίς να έχω το ανάστημα του Στρατάρχου ΠΕΤΑΙΝ, όστις κατά το 1916 αμυνόμενος σθεναρώς του ΒΕΡΝΤΑΙΝ είπεν «ότι δεν θα περάσουν οι Γερμανοί» όπως και δεν επέρασαν, δύναμαι και εγώ να βεβαιώσω εν πλήρη πεποιθήσει «ότι δεν θα περάσουν οι Ιταλοί από το ΚΑΛΠΑΚΙ».
Ο αντ/ρχης ΚΟΡΩΖΗΣ ΑΘ. γνωστός εις τον Διοικητή της Μεραρχίας δια την άρτιαν επαγγελματικήν μόρφωσιν και την ακεραιότητα του χαρακτήρος απήντησεν εν προφανεί συγκινήσει επί λέξει:
«Μάλιστα Στρατηγέ μου, θα αναφέρω τ' ανωτέρω εις τον κ. Αρχηγόν του Γενικού Επιτελείου και θα τονίσω ιδιαιτέρως την σοβαράν διαβεβαίωσίν σας. Εύχομαι Στρατηγέ μου καλήν επιτυχίαν».
Αυτή ήτο η ιστορική συνδιάλεξις εις την οποίαν καταφαίνεται η πίστις και η πεποίθησις του Διοικητού της Μεραρχίας επί την νικηφόρον έκβασιν του αγώνος.
Μετά ταύτα εξεδόθησαν επειγόντως διαταγαί προς άπαντα τα τμήματα προκαλύψεως, ίνα επαγρυπνώσι και τελώσι ταύτα εν συναγερμώ διά να αντιμετωπίσουν ενδεχομένην Ιταλικήν επίθεσιν κατά την διάρκειαν της νυκτός.
Ιδιαιτέρως επέστησε την προσοχήν των τμημάτων της μεθορίου διά την εντεταμένην επαγρύπνησιν προς αποφυγήν υφαρπαγής των προκεχωρημένων και απομενονωμένων φυλακίων.
Ο Διοικητής της Μεραρχίας προσωπικώς και από τηλεφώνου δίδει οδηγίας προς τους Διοικητάς των Μονάδων επί των ανωτέρω.
Είναι ήδη μεσονύκτιον της 27 – 28 Οκτωβρίου 1940.
Τελευταία πληροφορία εκ της περιοχής ΧΑΝΙ – ΔΕΛΒΙΝΑΚΙ ανέφερεν ότι ακούεται επί της οδού ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΥ – ΚΑΚΚΑΒΙΑΣ συνεχής κρότος κυλινδρουμένων βαρέων οχημάτων και ότι προφανώς πρόκειται περί προωθήσεως βαρέος πυροβολικού και αρμάτων μάχης, των οποίων ηκούετο ευκρινώς ο χαρακτηριστικός κρότος, όν δημιουργούσιν αι ερπύστριαι αυτών.
Μετά ταύτα διέταξεν να απέλθωσιν εις τας οικίας των οι μη εν υπηρεσία επιφυλακής και επαγρυπνήσεως αξιωματικοί του Επιτελείου, ανήλθε δε και ούτος εις την κατοικίαν του, ευρισκομένην εις τον άνω όροφον του Στρατηγείου της Μεραρχίας.
Και πριν κατακλιθή ήλθεν εις τηλεφωνικήν επικοινωνίαν μετά των Διοικητών των τμημάτων προκαλύψεως, παρ ών επληροφορήθη ότι απόλυτος ησυχία επεκράτει καθ' άπαν το μέτωπον της Μεραρχίας. Κατάκοπος εκ των σωματικών και πνευματικών κόπων της ημέρας ο Διοικητής της Μεραρχίας κατεκλίθη έχων παρά την κλίνην του το τηλέφωνον με ήσυχον συνείδησιν, ήρεμον την σκέψιν και ατάραχον την ψυχήν του.
Πηγή: (Αντιστρατήγου ε.α. Κατσημήτρου Χαραλάμπου, Η ΗΠΕΙΡΟΣ ΠΡΟΜΑΧΟΥΣΑ, Αθήνα 1954, σελ. 67-68), Αβερωφ |
ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ:
ΜΙΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40!
Μέρες εἶχαν νά κοιμηθοῦν. Ἄν λογιζόταν γιά ὕπνος, ὁλιγοστός χρόνος πού ξάπλωναν καταγῆς ντυμένοι ὅπως ἦταν, γιά νά ξυπνήσουν σέ λίγη ὥρα ἀπό τό φοβερό κρύο πού τούς πάγωνε τήν καρδιά καί νιώθαν πώς πεθαίναν. Δέν ἦταν πολλοί. Καμιά δεκαπενταριά ἄνδρες σ' αὐτό τό ὕψωμα τοῦἙφταχωρίου πού ὑποστήριζε, ὑποτίθεται, τά μετόπισθεν. Γιατί τίς τέσσερις τελευταῖες μέρες εἶχε ἑνοποιηθεῖσχεδόν μέ τήν πρώτη γραμμή. Δέν ἦταν οὔτε εὔκολα τά πράγματα, οὔτε ἐλπιδοφόρα. ΟἱἸταλοί ἔρχονταν σωρηδόν. Εἶχαν ἀπίστευτη ὑπεροχή. Ἡπρώτη γραμμή μέ πενιχρότατα μέσα, ἀρκετές ἀπώλειες καί περισσή αὐτοθυσία, κράτησε τόσες μέρες τήν ἐπιδρομή δύο Ἰταλικῶν μεραρχιῶν. Τῆς «Φεράρας» καί τοῦ«Κένταυρου». Τώρα μέ νύχια καί δόντια προσπαθοῦσε νά κρατήσει τίς θέσεις της ἀπέναντι στήν πανίσχυρη καί πάνοπλη περίφημη ᾽Ιταλική Μεραρχία Ἀλπινιστῶν «Τζούλια». Ἕντεκα χιλιάδες στρατιῶτες ἀπέναντι σέ δύο χιλιάδες δικούς μας κι αὐτούς ἐξαντλημένους, πεινασμένους καί σχεδόν ἀόπλους, εἶναι μεγέθη πού δέν συγκρίνονται. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς τίς τελευταῖες μέρες, μαζί μέ τούς ἀγαπημένους καί πολύπαθους συντρόφους τους 'χάναν καί ἔδαφος. Κάποια ὑψώματα δῶθε-κεῖθε καί ἡἀμυντική γραμμή κάνοντας «κοιλιές», τραβιόταν ὅλο καί πιό πίσω. Γι' αὐτό καί ἡθέση τους, πού ἦταν θέση στά μετόπισθεν, εἶχε φθάσει νά ἀγγίζει τήν πρώτη γραμμή.
Δέν μιλοῦσε κανείς κεῖνο τό πρωινό. Βλέφαρα πού μέ δυσκολία κρατιόνταν ἀνοιχτά λόγῳτῆς παρατεταμένης ἀγρυπνίας, ἄφηναν τή ματιά νά πλανηθεῖμακριά στό πουθενά, ὅσο νά μπορέσει ἡσκέψη, κρατώντας ἕνα ἀδιατάρακτο πλάνο, νά ταξιδέψει σέ μέρη δικά της, ἀγαπημένα.
Δέν ὑπῆρχε κουράγιο τώρα, ἀνθρώπινη περιέργεια ὅπως τίς πρῶτες μέρες, νά σπάσει αὐτήν τήν περίεργη σιωπή, νά στραφεῖστό διπλανό της, νά ρωτήσει τί σκέφτεσαι;
Τόσες μέρες τά ᾽χαν πεῖὅλα ὁἕνας στόν ἄλλο. Γιά τίς δουλειές τους πού ἄφησαν στή μέση. Γιά τούς γονεῖς τους πού μέ ἐλπίδα, περηφάνεια καί φόβο τούς ξεπροβόδισαν. Γιά τά ἀγαπημένα τους πρόσωπα πού ξενυχτοῦσαν πλάι τους, μέ τό στημόνι τῆς ἀγωνίας νά ὑφαίνει σκουρόχρωμο τό ὑφαντό τῆς ψυχῆς τους. Γιά τά σχέδιά τους πού θά ξεκινοῦσαν μ' ὄρεξη μόλις ὁπόλεμος τελείωνε.
Στιγμές-στιγμές τ' ἀργό ἀνοιγόκλειμα τῶν ματιῶν ἔπαιρνε τό βλέμμα ἀλλοῦκαί ἄλλαζε τήν εἰκόνα πού συνόδευε τίς νέες τους σκέψεις. Τίποτα δέν ἀκουγόταν. Οὔτε κι ὁἀσύρματος τοῦΚώστα, πού ἀπό καιρό σέ καιρό ἔσπαγε τή νεκρική σιωπή γιά νά μεταδώσει ἕνα κρυπτογραφημένο μήνυμα πιό σπάνια καί πιό συχνά ἐκεῖνα τ' ἀτέλειωτα παρατεταμένα ἤμή «μπίπ» τοῦκώδικα μόρς. Τώρα σιγοῦσε κι αὐτός. Ἦταν διαταγή. Ἀπό χθές τό βράδυ μέχρι νεοτέρας. Σιγή ἀσυρμάτων. Γιατί ἐπρόκειτο ἡἰταλική ἀεροπορία νά χτυπήσει γιά ἐκκαθάριση τή γραμμή ἀμύνης καί δέν ἔπρεπε νά στοχοποιηθοῦν οἱθέσεις τῶν στρατιωτῶν ἀπ' τόν ἐντοπισμό τῶν ἀσυρμάτων.
Μιά ἀπραξία λοιπόν πού ὅμως δέν σ' ἄφηνε νά κοιμηθεῖς, νά χαλαρώσεις, νά ξεκουραστεῖς, γιατί φοβόσουν ὅτι ἀπό στιγμή σέ στιγμή κάποιο ἀεροπορικό βλῆμα μπορεῖνά σέ περνοῦσε στήν αἰωνιότητα. Κι ὁφόβος πάντα συμμαχοῦσε μέ τό κρύο τοῦτες τίς ὧρες, κάνοντας ἀδύνατο νά κοιμηθεῖκανείς.
Σιωπή, ἐξάντληση, φόβος κι ἀγωνία.
–Κάτσε κάτω, μήν κουνιέσαι. Γίνεσαι στόχος. Ψιθύρισε ὁΒαγγέλης ἀπ' τήν Καρδίτσα στόν Ἀλέξανδρο πού σηκώθηκε ὄρθιος καί τράβηξε μπροστά.
Δέν ἔδωσε σημασία ἐκεῖνος. Σάν νά μήν ἄκουσε. Προχώρησε ἴσια ἐμπρός. Ἔφτασε τόν ἀσυρματιστή καί ἔκατσε δίπλα του.
–Κυριακή σήμερα, τοῦ᾽πε.
Ὁἄλλος δέν μιλοῦσε. Οὔτε κάν τόν κοίταξε.
–Τέτοια ὥρα στήν Ἀθήνα, στόν Μητροπολιτικό Ναό τελεῖται ἡθεία Λειτουργία.
Ἀνέκφραστος ὁἀσυρματιστής. Ἔδειχνε σάν νά μήν ἀκούει τίποτα ἀπ' τόν μονόλογο τοῦἈλέξανδρου. Ὡστόσο τόν ἄκουγε. Τό 'ξερε ὁἈλέξανδρος, γι' αὐτό καί συνέχισε.
Ἀνέκφραστος ὁἀσυρματιστής. Ἔδειχνε σάν νά μήν ἀκούει τίποτα ἀπ' τόν μονόλογο τοῦἈλέξανδρου. Ὡστόσο τόν ἄκουγε. Τό 'ξερε ὁἈλέξανδρος, γι' αὐτό καί συνέχισε.
–Δέν πιάνεις λίγο στόν ἀσύρματο τό Ἐθνικό πρόγραμμα ν' ἀκούσουμε ὅλοι μας τή Λειτουργία; Τώρα γύρισε ἀπότομα. Τόν κοίταξε πιό φοβισμένος ἴσια στά μάτια.
–Εἶσαι καλά; Τρελάθηκες; τόν ρώτησε καί τά μάτια του ἔβγαζαν σπίθες. Ἀπό φόβο; Ἀπό ὀργή μπροστά στό παράλογο αἴτημα;
–Εἶσαι καλά; Τρελάθηκες; τόν ρώτησε καί τά μάτια του ἔβγαζαν σπίθες. Ἀπό φόβο; Ἀπό ὀργή μπροστά στό παράλογο αἴτημα;
Ἦταν πιστός ὁἈλέξανδρος. Τόν ἤξερε καλά. Ἦταν θεολόγος. Χαριτωμένο παιδί. Ἀλλά ὁπόλεμος δέν ἀφήνει περιθώρια γιά συναισθηματισμούς καί συμπάθειες.
–Λίγο. Μόνο γιά λίγο, ἐπέμενε ὁἈλέξανδρος, μέ ἕνα ὕφος τόσο παρακλητικό καί συνάμα τόσο πιεστικό. Θά φωνάξω καί τούς ὑπόλοιπους. Θά γονατίσουμε ὅλοι γύρω ἀπ' τόν ἀσύρματο… Λίγο… Νά πάρουμε τήν εὐλογία τοῦΧριστοῦ. Τή χάρη τῆς Λειτουργίας. Τό μόνο πού 'χουμε ἀνάγκη ἐδῶπάνω…
–Εἶσαι καλά; ἐπέμενε πάλι ὁἄλλος, παρόλο πού ἐσωτερικά εἶχε ἤδη ἐξασθενήσει κάθε ἀντίδρασή του. Τό κατάλαβε ὁἈλέξανδρος. Δέν χρειαζόταν νά ἐπιμείνει ἄλλο.
–Λίγο. Μόνο γιά λίγο, ἐπέμενε ὁἈλέξανδρος, μέ ἕνα ὕφος τόσο παρακλητικό καί συνάμα τόσο πιεστικό. Θά φωνάξω καί τούς ὑπόλοιπους. Θά γονατίσουμε ὅλοι γύρω ἀπ' τόν ἀσύρματο… Λίγο… Νά πάρουμε τήν εὐλογία τοῦΧριστοῦ. Τή χάρη τῆς Λειτουργίας. Τό μόνο πού 'χουμε ἀνάγκη ἐδῶπάνω…
–Εἶσαι καλά; ἐπέμενε πάλι ὁἄλλος, παρόλο πού ἐσωτερικά εἶχε ἤδη ἐξασθενήσει κάθε ἀντίδρασή του. Τό κατάλαβε ὁἈλέξανδρος. Δέν χρειαζόταν νά ἐπιμείνει ἄλλο.
–Παιδιά, ἐλᾶτε ὅλοι ἐδῶγύρω. Γύρω ἀπ' τόν ἀσύρματο. Γονατίστε. Θά ἀκούσουμε γιά λίγο τή θεία Λειτουργία ἀπ' τήν Ἀθήνα. Νά πάρουμε δύναμη. Νά μᾶς εὐλογήσει ὁΧριστός καί ἡΠαναγία.
Παράξενο, ἀλλά σηκώθηκαν ὅλοι. Σιγά-σιγά ἦρθαν καί γονάτισαν γύρω ἀπ' τόν ἀσύρματο. Ἀμίλητοι ὅπως πρίν, ἀλλά μ' ἐμπιστοσύνη στήν «ἀποκοτιά» τοῦἈλέξανδρου.
Δέν χρειαζόταν ἄλλη παρότρυνση ὁΚώστας.
–Μόνο γιά μιά στιγμή, εἶπε σιγανά στόν Ἀλέξανδρο καί περίμενε νά τακτοποιηθεῖγονατιστός καί ὁτελευταῖος στρατιώτης.
Ἔγινε σιγή μερικῶν δευτερολέπτων καί κατόπιν ὁἀσυρματιστής ἄνοιξε τόν ἀσύρματο. Ἀκούστηκε ἕνα μικρό σύρσιμο στίς διάφορες συχνότητες τοῦἀσύρματου καί μετά πάλι μιά ἐλαχιστότατη σιγή, πού τή διέκοψε ἡεὐκρινέστατη φωνή τοῦἱερέα.
–… «Ἡχάρις τοῦΚυρίου ἡμῶν ἸησοῦΧριστοῦκαί ἡἀγάπη τοῦΘεοῦκαί Πατρός καί ἡκοινωνία τοῦἉγίου Πνεύματος εἴη μετά πάντων ἡμῶν».
Καί… ἀμέσως ὁΚώστας ἔκλεισε τόν διακόπτη.
…………………………………………………………
Στά γέρικα μάτια τοῦκυρ-'Αλέξανδρου, πού εἶχαν ἀσπρίσει ἀπ' τόν καταρράκτη, διέκρινα καθαρά τή συγκίνησή του στήν ἐξιστόρηση τοῦθαύματος κι ἀξέχαστου γι' αὐτόν περιστατικοῦ.
–Ὅσα χρόνια κι ἄν περάσουν ποτέ δέν θά ξεχάσω αὐτή τή στιγμή… Ἔζησα ἀπό τότε ἀναρίθμητες Λειτουργίες, ὅμως αὐτό πού ἔνιωσα ἐκείνη τή στιγμή ποτέ δέν τό ξανάνιωσα.
Κι ὅποτε κάποιος ἤἐγώ ἀναρωτιέμαι τί εἶναι ἡθεία χάρις, θυμᾶμαι ἐκείνη τήν ἐμπειρία καί λέω: ξέρω. Τήν ἔχω νιώσει.
Κανένας μας δέν σκοτώθηκε κατόπιν σ' ὁλόκληρο τόν πόλεμο, ὅμως δέν εἶναι αὐτό. Πιό πολύ εἶναι, αὐτό πού νιώσαμε ἐκεῖνο τό Κυριακάτικο πρωινό σ' ἐκεῖνο τό ὕψωμα στό Ἑφταχώρι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)