![]()
Μέ πόνο καί ἀγάπη στό σύγχρονο ἄνθρωπο
(Τά κείμενα πού δημοσιεύουμε εἶναι παρμένα ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο, πού ἐξέδωκε τό Ἱερό Ἡσυχαστήριο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ" ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, πρός τό ὁποῖο ἐκφράζουμε τίς θερμές μας εὐχαριστίες)
Μόλυνση καὶ καταστροφὴ τὸν περιβάλλοντος (β΄μέρος)
Στὶς πολυκατοικίες οἱ ἄνθρωποι εἶναι στριμωγμένοι ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλο. Τινάζει ὁ ἕνας στὸ μπαλκόνι τοῦ ἄλλου. Ὁ πρῶτος ὁ καημένος τί τραβάει! Πᾶνε σ' αὐτὸν ὅλες οἱ σκόνες καὶ τὰ σκουπίδια τῶν ἄλλων. Ἔχει τὰ ροῦχα κάτω ἁπλωμένα ἢ ἔχει ἀνοικτὸ παράθυρο, ὁ ἄλλος τινάζει ἀπὸ πάνω! Δὲν τὸν σκέφτεται. Τὰ παλιὰ χρόνια οἱ πολυκατοικίες αὐτὲς θὰ ἦταν φυλακές, τὸ Γιεντί-Κουλέ. Ναί, φοβερό! Τότε τὰ σπίτια εἶχαν τὴν αὐλή, τὰ ζῶα, τὸν κῆπο, τὰ δενδράκια καὶ ἕνα σωρὸ πουλιὰ μαζεύοταν ἐκεῖ.
- Τώρα, Γέροντα, δὲν βλέπουν οὔτε χελιδόνια.
- Χαμένο τὸ ἔχουν τὰ χελιδόνια νὰ πᾶνε ἐκεῖ; Τρελλάθηκαν; Σιγά-σιγὰ δὲν θὰ ξέρουν οἱ ἄνθρωποι τί εἶναι χελιδόνι. Στὴν Ἀμερική, σὲ ἕνα Πανεπιστήμιο, στὸ τμῆμα ποὺ ἀσχολοῦνται ἱστορικὰ μὲ τὴν Ἁγία Γραφή, τὴν Καινὴ καὶ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, γιὰ νὰ καταλάβουν τί θὰ πῆ «σιτάρι», ἔχουν σπαρμένο ἕνα χωράφι μὲ σιτάρι. Γιὰ νὰ καταλάβουν τί θὰ πῆ «βοσκός» καὶ τί θὰ πῆ «προβατίνα», ἔχουν ἕνα κοπάδι μὲ λίγα πρόβατα καὶ ἕναν βοσκὸ μὲ μία γκλίτσα! Καὶ εἶναι Πανεπιστήμιο!
- Ἔχουν μολύνει ὅλη τὴν ἀτμόσφαιρα. Βλέπεις, χειμώνας καιρὸς καὶ πὼς μυρίζουν τὰ σκουπίδια! Σκέψου τὸ καλοκαίρι τί γίνεται! Καὶ δὲν πάει καὶ τὸ ἀεροπλάνο νὰ ρίξη λίγο φάρμακο! Εὐτυχῶς ποὺ ὁ Θεὸς ἔχει κάνει τὰ λουλούδια ποὺ εὐωδιάζουν. Τόσα λουλούδια ποὺ ὑπάρχουν, τέτοια ποικιλία, μικρά-μεγάλα, ἐξουδετερώνουν τὴν βρωμιὰ ποὺ ὑπάρχει. Ἂν δὲν εὐωδίαζε ἔτσι ἡ ἀτμόσφαιρα, τί θὰ γινόταν; Βλέπεις, ἕνα ψοφίμι ὑπάρχει κάπου καὶ βρωμάει ὁ τόπος! Πῶς μᾶς οἰκονομάει ὁ Θεός! Ἂν δὲν μᾶς οἰκονομοῦσε, τί χάλια θὰ εἴχαμε! Σκέψου νὰ μὴν ὑπῆρχαν λουλούδια, βότανα... Ἔτσι σκεπάζεται ἡ δυσοσμία ἡ δική μας. Διασκεδάζεται μὲ τὰ ἀρώματα.
Μὲ ρώτησε ἕνας λαϊκὸς στὸ Καλύβι: «Καλά, τί κάνεις ἐσὺ ἐδῶ; Μέρα-νύχτα τί κάνεις;» Ἦταν γύρω ἀνθισμένες οἱ σουσοῦρες, ὅλη ἡ πλαγιὰ γεμάτη λουλούδια. Μοσχοβολοῦσε ὁ τόπος! «Τί τραβάω, τοῦ λέω, ὅλη τὴν ἡμέρα νὰ ποτίσω καὶ νὰ περιποιηθῶ ὅλα αὐτὰ πού βλέπεις! Καὶ στὸν οὐρανὸ βλέπεις τὴν νύχτα πόσα κανδήλια ἀνάβω! Δὲν προλαβαίνω νὰ τὰ ἀνάψω ὅλα!» Μὲ κοίταζε! «Τὴν νύχτα, λέω, δὲν βλέπεις κανδήλια ἐπάνω; Ἐγώ τ' ἀνάβω!!! Προλαβαίνω; Δὲν εἶναι ἁπλὸ σὲ τόσα κανδήλια νὰ βάζης κανδηλῆθρες, λάδι!!» Τάχασε ὁ καημένος.
|
Προβολή άρθρου...